Το καλάθι μου

Δωρεάν για παραγγελίες εντός Ελλάδας αξίας άνω των 19€

ΣΥΝΟΛΟ {{order.final_cost}}
08
Δεκεμβρίου
2020
Γ. Παναγιωτακόπουλος: Από τον αρχάριο στον έμπειρο μαθητή – Ο ρόλος του βοηθήματος της Φυσικής

Οι οπτικές γωνίες-προσεγγίσεις μέσα από τις οποίες μπορούμε να δούμε τη διδασκαλία μας (σχεδιασμό και υλοποίηση αυτής) είναι πολλές και εξαρτώνται από τις στάσεις που έχουμε αναπτύξει χρησιμοποιώντας τον παραμορφωτικό φακό των επιστημολογικών μας πεποιθήσεων.

Παρ’ όλες τις διαφορές που μπορούν να υπάρξουν στις προσεγγίσεις αυτές, είναι καλό να σκεφτόμαστε τον μαθητή μας, καθώς προχωράει η διδασκαλία μας, μέσα από το πρίσμα του βαθμού εμπειρογνωσίας στον οποίο αυτός βρίσκεται. Στο πλαίσιο αυτό, θα προσπαθήσω να αναλύσω σύντομα τις διαφορές που έχει ο έμπειρος μαθητής από τον άπειρο, ώστε να διακρίνουμε τον στόχο μας, που δεν είναι άλλος από τη βοήθεια που πρέπει να παρέχουμε στον μαθητή, ώστε να φτάσει στο επιθυμητό επίπεδο εμπειρογνωσίας, στο επίπεδο δηλαδή που είναι ικανό και αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων του.

 

Χαρακτηριστικά του έμπειρου

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά ενός έμπειρου σε κάποιον τομέα;

Γενικός κανόνας είναι ότι ο έμπειρος μεγαλουργεί μόνο στον δικό του τομέα, δηλαδή στον τομέα για τον οποίο έχει τις αναγκαίες ειδικές γνώσεις ώστε να πετύχει. Διαπιστώνουμε αρκετές φορές ότι κάποιοι μαθητές έχουν το απαραίτητο υπόβαθρο σε πολλά μαθησιακά αντικείμενα και έτσι πηγαίνουν αρκετά καλά ακόμη και αν τα αντικείμενα αυτά δεν είναι παρεμφερή (για παράδειγμα, Αρχαία και Χημεία). Ωστόσο, οι περισσότεροι μαθητές επικεντρώ­νονται αργά ή γρήγορα είτε σε θεωρητικά είτε σε θετικά μαθήματα και, όταν συμ­βαίνει αυτό, συνήθως παρα­τη­ρούμε μείωση της απόδοσής τους στους τομείς με τους οποίους δεν ασχολούνται.

Ο έμπειρος αντιλαμβάνεται κρυφά μοτίβα και σχέσεις και μπορεί να δουλεύει γρήγορα και να λύνει προβλήματα με λίγα λάθη, ενώ κατέχει ένα μεγάλο πλήθος γνώσεων στη μακρόχρονη μνήμη του, οι οποίες είναι οργανωμένες με αποδοτικό και αποτελεσματικό τρόπο. Κατανοεί σε βαθύ και θεμελιώδες επίπεδο τα προβλήματα που προσπαθεί να λύσει, σε αντίθεση με τον αρχάριο, ο οποίος επικεντρώνεται στα επιφανειακά στοιχεία του προβλήματος. Επιπλέον, ο έμπειρος ξοδεύει χρόνο για να αναλύσει το πρόβλημα προσεκτικά και ποιοτικά πριν ξεκινήσει να το λύνει, ενώ έχει αναπτύξει ισχυρές δεξιότητες αυτοελέγχου και εσωτερικής αξιολόγησης που του δίνουν τη δυνατότητα να διορθώνει τα λάθη του αποτελεσματικά.

 

Βασικά σημεία διαφοροποίησης του έμπειρου από τον άπειρο

Υπάρχουν δύο βασικά σημεία διαφοροποίησης του έμπειρου από τον άπειρο:
α) οι πρότερες γνώσεις και β) ο τρόπος διαχείρισης της νέας πληροφορίας.
Μπορούμε να διαχωρίσουμε τους αρχάριους μαθητές σε δύο κατηγορίες, ανάλογα με την ποσότητα και τη δομή-ακρίβεια των πρότερων γνώσεων που έχουν όταν ξεκινούν να μαθαίνουν ένα μαθησιακό αντικείμενο ή που απαιτούνται για να κατανοήσουν ένα φαινόμενο. Στη μία κατηγορία ανήκουν οι αρχάριοι μαθητές των οποίων οι πρότερες γνώσεις είναι επαρκείς και ακριβείς (μαθητές με καλή ή άριστη απόδοση), ενώ στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι αρχάριοι μαθητές των οποίων οι πρότερες γνώσεις είναι μη επαρκείς και μη ακριβείς (μαθητές με μέτρια ή κακή απόδοση). Φυσικά, υπάρχει ένα συνεχές μεταξύ αυτών, αλλά είναι αρκετά χρήσιμο να κάνουμε τον συγκεκριμένο διαχωρισμό. Ο αρχάριος μαθητής που έχει ακριβείς και επαρκείς πρότερες γνώσεις μαθαίνει πιο γρήγορα και πιο αποτελεσματικά σε σχέση με τον αρχάριο μαθητή που δεν έχει ακριβείς και επαρκείς γνώσεις.

Σε πολλές περιπτώσεις οι πρότερες γνώσεις των αρχάριων μαθητών είναι διάσπαρτες, δηλαδή είναι ασύνδετες μεταξύ τους. Για παράδειγμα, οι αρχάριοι μπορούν να κατέχουν δύο αντίθετες ερμηνείες για το ίδιο φαινόμενο (μπορεί να γνωρίζουν ότι όλα τα σώματα δέχονται δύναμη από τη Γη, αλλά και ότι ο αστροναύτης που βρίσκεται στον διεθνή διαστημικό σταθμό, ο οποίος αιωρείται μέσα σε αυτόν, δεν δέχεται δύναμη από τη Γη). Αντίθετα, οι έμπειροι κατέχουν στον τομέα τους μεγάλη ποσότητα γνώσεων η οποία είναι ακριβής, επαρκής και οργα­νωμένη με πολλαπλούς τρόπους γύρω από σημαντικές ιδιότητες και βαθιά χαρακτη­ριστι­κά. Λόγου χάρη, στα προβλήματα κινηματικής στη Φυσική μπορούν να επιλύσουν ένα πρόβλημα με περισσότερους από έναν τρόπους, ενώ διακρίνουν ποιος από τους τρόπους αυτούς είναι ο πιο αποδοτικός.

Πολύ συχνά, ο τρόπος διαχείρισης της νέας πληροφορίας από τον αρχάριο που δεν έχει επαρκείς και ακριβείς πρότερες γνώσεις είναι επιφανειακός, συνεχίζοντας να αποθηκεύει τις γνώσεις του διάσπαρτα, ενώ ο έμπειρος χρησιμοποιεί τεχνικές εμβάθυνσης ρωτώντας συχνά «γιατί» καθώς και «πώς θα μπορούσε να γίνει με άλλον τρόπο».

Από την άλλη μεριά, ο αρχάριος μαθητής που έχει ακριβείς και επαρκείς πρότερες γνώσεις μπορεί να διαχειριστεί αποδο­τικότερα τη νέα γνώση, θα την ανακαλεί ευκολότερα και θα αποκτήσει με μεγαλύτερη άνεση την κριτική σκέψη που απαιτείται για να μετακινηθεί προς την κατάσταση του έμπειρου.

 

Η διαδρομή από τον αρχάριο στον έμπειρο μαθητή

Η κατάρα της γνώσης

Οι δάσκαλοι και οι καθηγητές είναι έμπειροι στον τομέα τους μιας και έχουν ασχοληθεί έντονα και έχουν εμβαθύνει σε αυτό που διδάσκουν. Υπάρχουν, φυσικά, και οι εξαιρέσεις. Το πρόβλημα που εγείρεται όμως είναι ότι οι έμπειροι, ειδικά όταν βρίσκονται στον βαθμό εμπειρογνωσίας των δασκάλων και των καθηγητών, σκέφτονται εντελώς διαφορετικά από τους αρχάριους, δηλαδή τους μαθητές τους. Αυτή η διαφορά αναφέρεται συχνά ως η κατάρα της γνώσης. Πολλοί εκπαιδευτικοί δεν κατανοούν για ποιον λόγο οι αρχάριοι μαθητές τους δεν μπορούν να καταλάβουν αυτά που λένε κατά τη διάρκεια του μαθήματος. Συχνά οι εκπαιδευτικοί αυτοί παραλείπουν τα αναγκαία βήματα στη διδασκαλία τους θεωρώντας τα γνωστά. Αγνοούν και δεν αντιλαμβάνονται ότι ο τρόπος καλωδίωσης των νευρώνων τους είναι εντελώς διαφορετικός από αυτόν των μαθητών τους διότι έχουν φτάσει σε ένα σημαντικό επίπεδο εμπειρογνωσίας στον τομέα τους. Αυτή η έλλειψη κατανόησης της θέσης του μαθητή οδηγεί σε παρανοήσεις και σε εντάσεις μεταξύ του μαθητή και του εκπαιδευτικού, ενώ επιβραδύνει και δυσκολεύει σε πολλές περιπτώσεις τη μάθηση.

Είναι αναγκαίο λοιπόν εμείς οι εκπαιδευτικοί να συνειδη­τοποιήσουμε ότι η δική μας ικανότητα να σκεφτόμαστε γρήγορα και απο­δοτικά σε συγκεκριμένο θέμα προέρχεται από την τεράστια εμπειρία μας στη διαχείριση των αντίστοιχων πληροφοριών, ενώ οι μαθητές μας αδυνατούν να φτάσουν σε αυτό το επίπεδο ανάλυσης μιας και είναι σχετικά αρχάριοι. Κατανοώντας αυτή τη διαφορά, μπορούμε να δούμε με περισσότερη κατανόηση τα λάθη που κάνουν οι μαθητές μας και να είμαστε πιο προσεκτικοί στην αξιολόγησή τους, προσπαθώντας να μην τους συνθλίβουμε με εξωπραγματικά διαγωνίσματα ή τεστ που περιλαμβάνουν θέματα τα οποία απαιτούν βαθμό εμπειρογνωσίας πολύ μεγαλύτερο από αυτόν που μπορεί να υποστηρίξει η σκέψη τους τη δεδομένη χρονική στιγμή.

 

Η οργάνωση της διδασκαλίας

Η οργάνωση της διδασκαλίας μιας ενότητας είναι σημαντικό να περιλαμβάνει δύο επίπεδα πληροφοριών στα οποία πρέπει να εκτεθούν οι μαθητές μας. Το πρώτο (χρονικά) επίπεδο είναι τα βασικά σημεία της ενότητας και το δεύτερο επίπεδο οι λεπτομέρειες που είναι αναγκαίες για την ανάπτυξη κριτικής σκέψης στην ενότητα αυτή.

Τα βασικά σημεία αναφέρονται στις ελάχιστες εκείνες γνώσεις που απαιτούνται, ώστε να κατανοήσει ο μαθητής πλήρως τα φαινόμενα ή τις έννοιες της συγκεκριμένης ενότητας. Περιλαμβάνουν δηλωτικές, διαδικαστικές και πλαισιοθετημένες γνώσεις. Για παράδειγμα, ο μαθητής που μελετά την κινηματική τού υλικού σημείου στη Φυσική της Α΄ Λυκείου είναι σημαντικό να γνωρίζει τις αλγεβρικές εξισώσεις μελέτης της κίνησης, αλλά και πώς λειτουργούν αυτές, πότε μπορούν να εφαρμοστούν και γιατί είναι χρήσιμο να εφαρ­μοστούν σε μια συγκεκριμένη περίπτωση. Φυσικά, πολλά κρίνονται και από τις προηγούμενες γνώσεις. Έννοιες που υποτίθεται ότι είναι γνωστές από παλαιότερη διδασκαλία, όπως διάνυσμα, αλγεβρική τιμή, διάστημα, απόσταση κ.ά., πρέπει να εξασφαλίζουμε ότι είναι κατανοητές και απόλυτα προσβάσιμες στους μαθητές μας πριν ξεκινήσουμε να διδάσκουμε τις νέες βασικές έννοιες για τη μελέτη της κίνησης. Τα βασικά σημεία δεν βρίσκουν εφαρμογή μόνο στη διδασκαλία του μαθήματος της Φυσικής, αλλά σε όλα τα μαθήματα. Ο κάθε εκπαιδευτικός μπορεί να εξειδικεύσει τα σημεία αυτά ανάλογα με το μάθημα και την ενότητα αυτού του μαθήματος που διδάσκει.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι τα βασικά σημεία να αυτοματοποιούνται όσο πιο γρήγορα γίνεται. Η αυτοματοποίηση είναι βασική προϋπόθεση για να μπορούν στη συνέχεια οι μαθητές να εμβαθύνουν τη σκέψη τους· είναι λάθος να προσπαθούν να μάθουν τα βασικά σημεία μέσα από τις ασκήσεις και τις δραστηριότητες.

Οι λεπτομέρειες της ενότητας που θα διδάξουμε έρχονται στη συνέχεια να στηριχθούν στα βασικά σημεία που οι μαθητές έχουν κατακτήσει. Αν δεν έχουν φτάσει σε ικανοποιητικό σημείο αυτοματοποίησης οι γνώσεις αυτές, τότε οι λεπτομέρειες είναι σχετικά δύσκολο να σταθούν στη μνήμη των μαθητών ή υπάρχει αποσπασματική απομνημόνευση.

Ο διαχωρισμός σε βασικά σημεία και λεπτομέρειες είναι ιδιαίτερα σημαντικό να γίνεται από τον εκπαιδευτικό κατά τη διάρκεια του σχεδιασμού της διδασκαλίας μιας ενότητας, ώστε αυτά τα σημεία να παρουσιάζονται οργανωμένα στους μαθητές.

 

Το βοήθημα ως εργαλείο για τη μετάβαση από τον αρχάριο στον έμπειρο μαθητή στο μάθημα της Φυσικής

Τα βοηθήματα είναι ιδιαίτερα χρήσιμα εργαλεία που μπορούν να καθοδηγήσουν αποδοτικά και αποτελεσματικά τον μαθητή στην πορεία του, ώστε από αρχάριος να καταστεί έμπειρος. Ειδικά στα πιο πρόσφατα βοηθήματα Φυσικής εδώ και εδώ που έχουμε γράψει έχουμε ενσωματώσει σημαντικές καινοτομίες που βοηθούν τον εκπαιδευτικό και τον μαθητή να στοχεύσουν πιο ψηλά, διευκολύνοντας την εργασία του πρώτου και δίνοντας σημαντικές κατευθύνσεις

Τα βασικά σημεία εμφανίζονται στη θεωρία (δηλωτική γνώση – πλαισιοθετημένη γνώση) αλλά και στα λυμένα παραδείγματα (διαδικαστική γνώση – πλαισιοθετημένη γνώση). Ο μαθητής πρέπει πάντοτε να ξεκινάει από τη θεωρία, ενώ στη φάση αυτή είναι ιδιαίτερα χρήσιμο και το σχολικό βιβλίο.

Η θεωρία χρειάζεται συνεχή επανάληψη, ιδιαίτερα στα αρχικά στάδια της εκμάθησής της. Αυτό σημαίνει ότι την πρώτη-δεύτερη εβδομάδα της εκμάθησης της θεωρίας πρέπει η επανάληψη να είναι συνεχής. Πολύ συχνά, ο μαθητής θεωρεί ότι θα μάθει τη θεωρία μέσω της λύσης των ασκήσεων. Δυστυχώς, αυτό είναι μια πλάνη στην οποία παγιδεύονται πολλοί μαθητές.

Τα λυμένα παραδείγματα αναφέρονται στη διαδικαστική γνώση που πρέπει να δομήσει ο μαθητής. Συχνά, λόγω έλλειψης χρόνου, πολλοί μαθητές κάνουν μια απλή ανάγνωση των λυμένων παραδειγμάτων και, επειδή κατανοούν τη λύση, νομίζουν ότι ξέρουν και μόνοι τους να τα λύνουν. Δυστυχώς, αυτή είναι μια ακόμη πλάνη που οδηγεί σε επιφανειακή μελέτη! Η απλή ανάγνωση των λυμένων παραδειγμάτων προσφέρει μόνο... χάσιμο χρόνου.

Σε πρώτη φάση, ο μαθητής πρέπει να λύσει αναλυτικά με μολύβι και χαρτί τα λυμένα παραδείγματα, τα οποία γράφτηκαν με σκοπό να δομήσει συνεκτικά τη διαδικαστική γνώση και την όποια πλαισιοθετημένη γνώση είναι συνδεδεμένη με αυτήν, και να συγκρίνει τη λύση που έδωσε με εκείνη που υπάρχει στο βιβλίο. Φυσικά, επειδή ο μαθητής είναι ακόμη στο στάδιο της μάθησης, μπορεί να κάνει λάθη, αλλά αυτό είναι φυσιολογικό.

Σε δεύτερη φάση, αν, για παράδειγμα, απαιτείται να γίνει μια γρήγορη επανάληψη και ο χρόνος είναι περιορισμένος (ίσως πριν από κάποιο διαγώνισμα), ο μαθητής μπορεί να διαβάζει την εκφώνηση των λυμένων παραδειγμάτων και στη συνέχεια να σκέφτεται τη λύση τους χωρίς να «πιάνει» μολύβι, ώστε να φρεσκάρει τη μνήμη του. Σε κάθε περίπτωση όμως, αν δυσκολεύεται στη λύση κάποιου λυμένου παραδείγματος, πρέπει να το σημειώνει και να το προσπαθεί μόνος του σε δεύτερο χρόνο.

Οι λύσεις στο τέλος του βιβλίου είναι πολύτιμος βοηθός για τη μετάβαση από τον αρχάριο στον έμπειρο μαθητή. Πρέπει όμως να γίνεται σωστή χρήση τους!
Η λύση των ερωτήσεων ανοικτού τύπου, ασκήσεων και προβλημάτων προς λύση έχει σημασία να γίνεται από τον μαθητή χωρίς αρχικά να ανατρέχει στη βοήθεια των λύσεων που υπάρχουν στο τέλος του βιβλίου. Με άλλα λόγια, αν ο μαθητής δεν μπορεί να λύσει κάποιο από τα θέματα, δεν πρέπει να προστρέξει αμέσως στις λύσεις.

Ο καλύτερος τρόπος είναι να συνεχίσει την προσπάθειά του σε ένα επόμενο θέμα. Ωστόσο, πρέπει να σημειώσει το θέμα που δεν μπορούσε να λύσει, ώστε να το προσπαθήσει αργότερα (πιθανόν την επόμενη μέρα). Κάθε περίπτωση θέματος για το οποίο βοηθήθηκε με κάποιον τρόπο, ώστε να φτάσει στη λύση του, πρέπει να καταγράφεται και να λύνεται σε μεταγενέστερο χρόνο χωρίς βοήθεια. Τότε και μόνο τότε μπορεί να πει ο μαθητής ότι γνωρίζει να λύνει το θέμα αυτό. Η συγκεκριμένη πρακτική είναι ιδιαίτερα ωφέλιμη στην επανάληψη, αφού, έχοντας καταγράψει τα θέματα που τον δυσκολεύουν, ο μαθητής έχει την ευκαιρία να προσπαθήσει να επιλύσει ξανά όποιο θέμα του φάνηκε δυσεπίλυτο στη διάρκεια της χρονιάς και στο οποίο δεν βρήκε τη λύση μόνος του. Γι’ αυτόν τον λόγο είναι χρήσιμο ο μαθητής να καταγράφει σε ένα τετράδιο ή σημειωματάριο οποιαδήποτε ερώτηση ανοικτού τύπου, άσκηση ή πρόβλημα προς λύση για τα οποία χρειάστηκε βοήθεια προκειμένου να τα λύσει.

Τις λύσεις στο τέλος του βιβλίου είναι χρήσιμο να τις συμβουλεύεται ο μαθητής ακόμη και όταν έχει λύσει ολοκληρωμένα και με σωστό τρόπο κάποιο θέμα. Πρέπει να ελέγχει τη λύση που έδωσε συγκρίνοντάς τη με αυτήν που υπάρχει στο τέλος του βιβλίου. Δεν πρέπει να ελέγχει μόνο τα αποτελέσματα που βρήκε, αλλά πρέπει να μελετά τη λύση που δίνεται και να εξετάζει τους λόγους για τους οποίους η δική του εκδοχή είναι πιθανόν διαφορετική.

Οι προηγούμενες συμβουλές είναι ιδιαίτερα σημαντικές για την πορεία του μαθητή προς έναν μεγαλύτερο βαθμό εμπειρογνωσίας. Είναι φανερό ότι χωρίς τη βοήθεια ενός οργανωμένου βιβλίου-βοηθήματος που περιλαμβάνει όλα τα παραπάνω στοιχεία είναι δύσκολο ο μαθητής να φτάσει με ικανοποιητικό τρόπο στον στόχο του. Οι σημειώσεις και τα φυλλάδια ή οι αποσπασματικές φωτοτυπίες το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να τον εμποδίζουν να φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο που μπορεί. Αυτό επηρεάζει αρνητικά ιδιαίτερα εκείνους τους μαθητές που έχουν δυσκολίες στο μάθημα της Φυσικής. Το κύριο εργαλείο δουλειάς του μαθητή πρέπει να περιέχει την αναλυτική θεωρία, αναλυτικά λυμένα παραδείγματα με υποδείξεις και επισημάνσεις, καθώς και ένα μεγάλο πλήθος ασκήσεων και προβλημάτων προς λύση, διαβαθμισμένων με τέτοιον τρόπο, ώστε να δομείται η μάθηση του αρχάριου και να ενισχύεται η εμβάθυνση του έμπειρου μαθητή. Τέλος, οι αναλυτικές λύσεις των θεμάτων που περιέχονται στα βοηθήματα μπορούν με τη σωστή χρήση τους να αποτελέσουν έναν πολύτιμο σύμμαχο.

 

Γ. Παναγιωτακόπουλος

Προϊόντα σχετικά με το άρθρο
Φυσική Α΄ Λυκείου β΄ τεύχος
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ
Το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα πλήρες βοήθημα για τη μελέτη της Φυσική...
ΑΓΟΡΑ
Φυσική Α΄ Λυκείου α΄ τεύχος
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ
Το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα πλήρες βοήθημα για τη μελέτη της Φυσική...
ΑΓΟΡΑ